Ξενοδοχείο των ξένων |
|
|---|---|
να βγούμε σύρριζα |
να βγούμε σύρριζαβ. πρέπει να βγούμε στα ποτάμιαKαταρχήν είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε τους τόπους και τους τρόπους παραγωγής της ξενικότητας. Χωρίς να απεκδυόμαστε τα παλιά εργαλεία μας –γιατί αυτά διαθέτουμε– αλλά αναγνωρίζοντας τα όρια και τις αδυναμίες τους. Αναγνωρίζουμε την κατάστασή μας ως ξένοι στην πόλη, αναγνωρίζουμε δηλαδή την αλλοτρίωσή μας στην καθημερινή ζωή μέσα στο περιβάλλον της πόλης, στην κατεύθυνση όμως του ξεπεράσματος αυτής της αλλοτρίωσης. Χρειάζεται, ωστόσο, να διευκρινίσουμε ότι η περιπλάνηση (derive) των καταστασιακών, οριζόμενη ως πειραματικός τρόπος συμπεριφοράς που συνδέεται με τις συνθήκες της αστυακής (urbaine) κοινωνίας και ως τεχνική του βιαστικού περάσματος μέσα από ποικίλες ατμόσφαιρες μιας πόλης, δεν ήταν ακριβώς το σχέδιό μας. Από την άλλη, μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για ψυχογεωγραφικές έρευνες, με την έννοια ακριβώς των μελετών των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων του γεωγραφικού περιβάλλοντος, οργανωμένου συνειδητά ή μη, στα συναισθήματα και τη συμπεριφορά των ατόμων. Δεν θέλαμε να κινηθούμε στην πόλη ούτε ως σύγχρονοι flaneurs – εκκεντρικοί περιπατητές του 19ου αιώνα– με ματιά μόνο αισθητική, γιορτάζοντας τον θρίαμβο της θέασης, αποξενωμένοι, ούτε όμως και ως ονειροπόλοι, χαμένοι στις σκέψεις και τις έγνοιες μας. Οι περιπλανήσεις αυτές αποτέλεσαν έντονες βιωματικές εμπειρίες για τον καθένα από μας. Επιχειρήσαμε την, κατά το δυνατό, αμεσότερη εμπλοκή μας με ό,τι και όποιον συναντήσαμε στον δρόμο μας. Η επιθυμία αυτή βρίσκει την καλύτερη έκφρασή της στα λόγια του Βάλτερ Μπένγιαμιν: «Το εξωτικό, το γραφικό έχουν αποτέλεσμα μόνο πάνω στον ξένο. Για να περιγράψει την πόλη του ένας γηγενής πρέπει να έχει βαθύτερα κίνητρα – τα κίνητρα κάποιου που ταξιδεύει στο χρόνο παρά στο χώρο. Το κείμενο ενός ντόπιου για την πόλη του θα είναι πάντα συνδεδεμένο με τις μνήμες. Ο συγγραφέας δεν σπατάλησε εκεί τη νιότη του για το τίποτε».
πότε με ματιές που πυροβολούν Οι περιπλανήσεις μας εκκινούν από την καθημερινή ζωή κι εκεί εκβάλλουν. Στη διάρκειά τους δεν υιοθετούμε διακριτούς τρόπους συμπεριφοράς, που μπορούν να γίνουν ρόλοι. Ξεκίνησα αποφασισμένος να μην σκηνοθετήσω καμία συνάντηση. Να ακολουθήσω τη ροή αυτής της περιπλάνησης, όχι παθητικά –πράγμα άλλωστε αδύνατον– αλλά και χωρίς να επιδιώκω δράσεις, παρεμβάσεις, γεγονότα... δεν θέλω να μιλήσω στον ζητιάνο σα να ’ναι μέρος του παιχνιδιού, μια διαχωρισμένη έκτακτη κίνησή μου, θέλω το παιχνίδι ως ένταση μεταμορφωτική της καθημερινότητας, όχι σαν εφεύρεση ρόλων. Ωστόσο ρόλοι ερμηνεύονται χάριν της ασφάλειας που παρέχει μία ταυτότητα – πρόσωπα κρύβονται πίσω από μάσκες· «κολοβωμένος κι εγώ σ’ αυτόν τον αναποφάσιστο τόπο ανάμεσα στη μάσκα και την όψη, γδαρμένος ανάμεσα σε αυτό που δείχνεται και σε αυτό που κρύβεται». Κατευθυνόμενη προς την αγορά Βλάλη πέρασα μέσα από τα χασάπικα. Ένας εκπληκτικός χασάπης στέκεται μπροστά στο μαγαζί του. Είναι γύρω στα 55, κοντός αλλά λεπτός και στητός. Φοράει ένα άσπρο φανελάκι και μια ποδιά μακριά ως τους αστραγάλους. Είναι ωραίος. Μοιάζει με παράξενο ιερέα. Πίσω του τα κρέατα ματωμένα? Αριστερά, όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στην παραλία είναι κλειστοί από τροχαίους λόγω παρέλασης. Σε μία στάση συγκεντρώνω όλη μου την αντίδραση στο πρόσωπο ενός –νέος, macho, με μοντέρνα γυαλιά στυλ Bono στις τελευταίες του εμφανίσεις, αρκετά κινητικός– ο οποίος δείχνει ή μάλλον θέλει να δείχνει ότι στο συγκεκριμένο πέρασμα έχει τον απόλυτο έλεγχο. Στέκομαι μπροστά στο στούντιο Νικολέρη και κοιτάζω τις φωτογραφίες. Τρεις φίλες (ή αδερφές) σε στιγμές ιλλουστρασιόν ευτυχίας. Το τοπίο αλλάζει συνέχεια, μετασχηματίζεται έστω και επιφανειακά? θραύσματα χώρου και χρόνου διαδέχονται το ένα το άλλο με εντυπωσιακή ταχύτητα. Η «ανακουφιστική» ομοιομορφία –κοινές συμπεριφορές και συνήθειες– προφυλάσσει από την απειλή του απρόβλεπτου, του δυνάμει εχθρικού ετέρου, «σαν μια κοινή μοίρα να απαλύνει τις συμφορές». Παρασκευή βράδυ, στο κέντρο της πόλης. Αναζητώ στην αρχή μια διαδρομή στα σκοτεινά, ν’ αποφύγω τις ροές της νυχτερινής διασκέδασης, στα μητροπολιτικά φαράγγια, Δαγκλή, Διαλέττη, γρήγορα κλείνουν από πάνω μου και με ξεβράζουν στις πολυσύχναστες αρτηρίες. Σαν γλυκός φόβος μας έχει κυκλώσει ένας αόρατος στρατός. Στην παραλία κόσμος πολύς ράθυμος ξεφυσάει στο ίδιο τέμπο με τους μπάτσους που ξέμειναν από την εθνική παρέλαση και τη συγκέντρωση του ΚΚΕ στο αμερικανικό προξενείο. πλατεία αχειροποιήτου τσιγγάνες ξεκουράζονται στα παγκάκια κι αλκοολικοί στην παιδική χαρά ένας γέρος μόνος μετανάστες σαν τα γυμνά δέντρα που δεν έχουν εγκαταλείψει τα πουλιά παλιά τα πρωινά της κυριακής άντρες και γυναίκες από τις φιλιππίνες έπαιρναν άδεια άδειαζαν τα δωμάτια υπηρεσίας και μαζεύονταν εδώ μια αόρατη παροικία έτρωγαν χάμπουργκερ στο απέναντι γωνιακό sammy’s και γελούσαν για όλη τη βδομάδα που πέρασε Στο πάρκινγκ στην αρχαία αγορά, μια φορά που είχα αφήσει το αυτοκίνητο, έβρεχε καταρρακτωδώς, όμως ο κόσμος έμενε εκεί κι έψαχνε προστασία απ’ τη βροχή στα γύρω περίπτερα και κάτω από τα υπόστεγα των απέναντι πολυκατοικιών. Επίσης στο σχολείο μαθαίνουμε ότι πολλοί άνθρωποι που συγχρωτίζονται υποχρεωτικά μετά δεν θέλουν να είναι μαζί, ενώ μετά από χρόνια η αλληλοαναγνώριση χωρισμένων συμμαθητών είναι συνήθως ψυχωφέλιμη: ξένο και οικείο συγκρούονται σε νέους συνδυασμούς, πώς έγινες έτσι, έχεις δει τον τάδε, κι εγώ προς τα κάτω πάω, να τα πούμε οπωσδήποτε. «... ξένος μεταξύ ξένων, νιώθει μόνος χωρίς προοπτική υποστήριξης και επικοινωνίας, θωρακισμένος στην προσωπική του πανοπλία, που αντηχεί καθώς ακουμπά στις πανοπλίες των άλλων.» Ανεβαίνω στο οικογενειακό διαμέρισμα και η αποξένωση κορυφώνεται, ακούω το Hey been trying to meet you there must be a devil between us κι επιτέλους σκέφτομαι τα ίδια με τότε, γιατί η μόνη πραγματική αναγνώριση, η μόνη ενισχυμένη προσομοίωση μιας ψυχικής καθήλωσης είναι η μουσική, η φευγαλέα λάμψη από τα ανασχισμένα εντόσθια της μνήμης, η απόλυτη κυκλική ολοκληρωμένη συμφιλίωση. Μια «τρελή» μιλάει μόνη της δυνατά, σαν για να την προσέξει κάποιος: «...πάει ταξίδι είπε...» Εμπειρία και φαντασία εμπλέκονται σε μία υπνωτική σχέση κλείνω τα μάτια ακούω νερά πουλιά το ρόχθο των αυτοκινήτων βήματα στο πλακόστρωτο τη σειρήνα ενός ασθενοφόρου μακριά πολύ μακριά γίνεται λένε πόλεμος εδώ τα ασθενοφόρα διαλαλούν κανονιστικά το έκτακτο σαν μια μοιραία πλευρά της καθημερινότητας οι σειρήνες τους σβήνουν στο βάθος όπως μες στη συνείδηση και τα αεροπλάνα καθώς σηκώνω τα μάτια μου μοιάζουν με ειρωνική υπενθύμιση σέρνοντας διαφημιστικά πανώ στον ουρανό Η μητρόπολη τόπος συνάντησης ξένων. Τόπος που γεννά διαρκώς αποστάσεις. Όταν η ομοιομορφία απειλείται, δημιουργείται αμηχανία, αδυναμία επικοινωνίας. Γεννιέται ένα κενό που κάνει την ετερότητα απωθητική και επίφοβη, το άγνωστο εχθρικό. Περνάω απέναντι στην Καμάρα. Κόσμος πολύς, παρέες ή μόνοι, εν αναμονή. Αποφασίζω να σταθώ κι εγώ, δεν περιμένω κανέναν, θέλω να δω τις προετοιμασίες μιας βραδινής εξόδου. Εμφανίζεται η Η., φίλη του Κ., χαιρετιόμαστε, έχει ραντεβού μ’ ένα φίλο της, «κι εσύ», μου λέει, «περιμένεις κανένα;» – «όχι, απλώς χαζεύω» της απαντώ, βλέπω ξάφνιασμα στα μάτια της, αμηχανία, οίκτο πιθανόν για το τι μηχανεύεται κάποιος μοναχικός για να περάσει το βράδυ του, αλλά είναι αποφασισμένη να κρατήσει τις αποστάσεις, να καταπιεί και ν’ αποβάλλει αμάσητη την εισβολή του παράξενου, δεν με ρωτάει τίποτε και σύντομα απομακρύνεται. Πικροχαμογελώ στη σκέψη ότι έστω και μια απλή αλήθεια μπορεί να ενεργοποιήσει τόσους αμυντικούς μηχανισμούς και ταυτόχρονα με διασκεδάζει η ιδέα του φάσματος των ψευδών εντυπώσεων που δημιουργήθηκαν. λίγο πιο πάνω ένα ζευγάρι, μάλλον Ρωσσοπόντιοι, στέκονται αμίλητοι. Πίνουν εμφιαλωμένο νερό. Προχθές ο Π., ισχυρίστηκε ότι η Αριστοτέλους είναι λαϊκή, δεν ήθελε να πει τίποτα περισσότερο κι έφυγε βιαστικός. Ακούγεται μουσική από κλαρίνο. Ίσως να είναι οι δύο Κοσσοβάροι, όπως μας πληροφόρησε ο Λ., που έπαιξαν την πρωτοχρονιά στο Sante. Δύο παιδιά πλησιάζουν το ζευγάρι. Ο ένας μικρότερος, με μια σακούλα χαρτομάντηλα, φοράει φόρμα παραλλαγής. Ο άλλος μεγαλύτερος, έχει κομμένο τον καρπό του. Φοράει αμάνικο μπουφάν για να τονίζει την αναπηρία του. Κάτι λένε. Τα παιδιά φεύγουν τσαντισμένα. Το ζευγάρι παραμένει αμίλητο. Που και που πίνουν εμφιαλωμένο νερό. Ο άντρας ανάβει τσιγάρο L.M., κοιτάζει προς το μέρος μου. Με κόβει άσχημα, λες και κατάλαβε ότι αυτόν παρατηρώ. Γυρίζω τη ματιά μου αλλού. |
| | Ξενοδοχείο των ξένων | Ξενοδοχείο των ξένων 1 | Ξενοδοχείο των ξένων 2 | Επικοινωνείστε με το Ξενοδοχείο των ξένων: hotel_des_etrangers@yahoo.com | | |