Ξενοδοχείο των ξένων |
|
|---|---|
να βγούμε σύρριζα |
να βγούμε σύρριζαγ. μεσ’ στην καρδιά μας καίει μια κατακόκκινη πληγήΣτη λεία επιφάνεια των αναπαλαιωμένων κτιρίων η μνήμη γλιστράει και χάνεται η επιλεκτική αναπαλαίωση της καταγεγραμμένης ανάμνησης έρχεται να συμπληρώσει την ανακαίνιση του χωροταξικού υποστρώματός της Η διαδρομή αυτή γίνεται βιαστικά... Στέκομαι μόνο στην μετωνυμία της οδού Μενελάου σε Γ. Μπακατσέλου. Πολυκατοικίες της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Συνεργεία, μηχανουργεία, ανταλλακτικά αυτοκινήτων. Σκουριασμένες λαμαρίνες και σκουπίδια, ανοιχτωσιές και χώμα, τμήματα των δυτικών τειχών και κλειστοί, παρατημένοι «αρχαιολογικοί χώροι». Η ιστορία μοιάζει γραμμένη και ξεγραμμένη, δε μένουν παρά οι αλάνες για τα παιδιά και η απουσία εξωραϊσμού κι ανάδειξης. Αόρατες λεωφόροι πληροφορίας και προσομοιωμένα περιβάλλοντα ανατροφοδοτούν την απώλεια μνήμης – τοπία του φανταστικού υποκλέπτουν τις ιδιότητες του πραγματικού. Τα cafe της πλατείας Ναυαρίνου γεμάτα αγόρια που αναμένουν ευπρεπώς κάτι να συμβεί – αλλά δεν. Στα internet-cafe, όσοι έχουν παραιτηθεί ακόμη κι απ’ την προσμονή, καθισμένοι μπροστά στους υπολογιστές, παίζουν παιχνίδια, στέλνουν μηνύματα, σερφάρουν στο δίκτυο, αλλά παραδόξως μου φαίνονται κατάστεγνοι. Κατηφορίζω. Κατάστημα με ηλεκτρονικά στην Πρίγκηπος Νικολάου. Ένας νεαρός, όρθιος μπροστά στο video game “Time crisis”, τα πόδια του ελαφρώς ανοιχτά, τα χέρια προτεταμένα, κρατούν ένα πλαστικό πιστόλι στραμμένο στην οθόνη, αντιγράφει μια εικόνα που έχει δει χιλιάδες φορές και δεν θα ζήσει καμία, προσθέτοντας στις εικόνες αυτές την εικόνα του, το άθροισμα είναι το κενό στα σωθικά του, ένα στιγμιαίο άδειασμα του κόσμου από κάθε νόημα, πυροβολεί μέσα από αυτή τη μήτρα τού τίποτε, προσωρινά προστατευμένος απ’ ό,τι δεν μπορεί ν’ αντικρίσει παρά σαν χάος μιας στερημένης νύχτας, επαναληπτικά πυροβολάει, δαγκώνει το κάτω χείλι του, επίμονα, ανεπαισθήτως κρεμασμένος από μια λεπτή κόκκινη κλωστή αφασίας. Περνώντας την Στρατού, βγαίνοντας στο άνοιγμα, αριστερά δύσκολα διακρίνεις την παραλιακή – μπαλόνια, πλαστικές σημαίες, καλοχτενισμένα παιδάκια που τα κρατούν απ’ το χέρι, εκτεθειμένα στο μεγαλειώδες θέαμα των τανκς και των ένστολων, επαναλαμβανόμενες εικόνες. Η αντίληψη γίνεται εμπειρία μόνον όταν συνδέεται με αισθήσεις, μνήμες του παρελθόντος – «η πόλη ως τόπος “locus” της συλλογικής μνήμης εντυπώνεται στο συλλογικό ασυνείδητο, γίνεται οικεία μέσα από διαδικασίες ζωντανής εμπειρίας που παραδίνονται στους κατοίκους της πόλης.» Στον κινηματογράφο «Ναυαρίνο» παίζει μια αδιάφορη ταινία. Δίπλα στο ΑΣΤΟΡΙΑ ρίχνω μια ματιά μέσα. Το ξέρεις πως δεν θα δεις κανένα γνωστό, αλλά και πάλι ρίχνεις ένα βλέμμα. Θυμάμαι τα καλοκαίρια στην πόλη. Αχίλλειο - Αστόρια κάθε μεσημέρι. Μια μέρα στο Αστόρια μου ’χανε πει πως στο παραδίπλα τραπέζι κάθεται η Γώγου, η ποιήτρια. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗ - Εδώ μεγάλωσα ανάμεσα στα τζάνκια, τους φοιτητές και διάφορους φίλους που το ’χασαν: Τάσος, τώρα υγιής και θυρωρός, Παύλος, λέει πως όποιος πόλεμος είναι να γίνει ας γίνει, Ευανθόπουλος, τώρα σε παραχριστιανική οργάνωση, Γιάννης, αγρότης πια στη Χαλκιδική, Άννα, χαρούμενη και τραγική, την τράκαρα τις προάλλες, Γεωργία, Μάγδα, κι αυτή αντβεντίστρια ή μάρτυς του Ιεχωβά, Κώστας, θύμα των κατασταλτικών μηχανισμών, που πυρπολούσε όλους τους σκουπιδοτενεκέδες της Ναυαρίνου όταν η μέρα σκάλωνε στην ανία. «Αλλά για το “προστατευτικό μάτι” που αποκρούει τις εντυπώσεις δεν υπάρχει φανταστική άφεση σε πράγματα μακρινά.» ...μυθοπλασίες περί ερωτικής πόλης, πόλης-σταυροδρόμι των πολιτισμών, καταγράφονται μνήμες περαστικές, αόριστες μνήμες από ένα μακρινό παρελθόν, αντεστραμμένα είδωλα ενός επιτηδευμένα θαμπωμένου φακού, καδραρισμένα από την επίφαση του «να μην λησμονείς», στολίζουν τον ακρωτηριασμένο χρόνο των παραλιακών καφέ αφρόντιστη φιλόξενη πλατεία διώχνει τους ατσαλάκωτους και συντριβάνι υπερεκχείλιση των συντριμμένων Βάρυνε (υπνωτικά) την κυριακάτικη ευφορία έτσι όπως συνέπεσαν ο πόλεμος και η κρατική γιορτή και άραγε είναι δυνατόν, αναρωτιέμαι, έστω και μόνον για τους παρθένους οργανισμούς, να γεννηθούν μνήμες από το σήμερα; Ενώ η αλήθεια του βιώματος τρέχει πίσω απ’ τον εαυτό της μέσα στην άπειρη θάλασσα των απωλειών. εδώ γωνία εγνατίας και αγίας σοφίας οκτώβρης ’77 χτυπήσανε τη διαδήλωση κουβαλούσαμε στα σφιγμένα χέρια ψηλά τις ψυχούλες τριών γερμανών συντρόφων σκορπίσαμε στα στενά κι ένα ξεχασμένο σύνθημα έκλεισε τον κύκλο της έφηβης ποίησης πέρασαν χρόνια και ποτέ δεν εκδικηθήκαμε αρκετά Στην αναζήτηση αυτή αποδεχόμαστε τους εαυτούς μας ως ανολοκλήρωτους και επιδιώκουμε τρόπους συνάντησης με το Έτερο, μέσα από σχέσεις που θέτουν τις διαφορές ως όρο επικοινωνίας. |
| | Ξενοδοχείο των ξένων | Ξενοδοχείο των ξένων 1 | Ξενοδοχείο των ξένων 2 | Επικοινωνείστε με το Ξενοδοχείο των ξένων: hotel_des_etrangers@yahoo.com | | |