Ξενοδοχείο των ξένων

να βγούμε σύρριζα

να βγούμε σύρριζα

δ. να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια

«Οι στρατιώτες πρέπει να συνηθίσουν να βαδίζουν στοιχηδόν ή σε παράταξη, με το ρυθμό του τυμπάνου. Πρέπει ν’ αρχίσουν το βάδισμα με το δεξί πόδι, έτσι ώστε όλος ο σχηματισμός να σηκώνει ταυτόχρονα το ίδιο πόδι. Το μήκος του μικρού βήματος θα είναι ενός ποδιού, το μήκος του κανονικού βήματος βάδην, του τροχάδην και της πορείας θα είναι δύο ποδιών – η μέτρηση θα γίνεται από τη μια φτέρνα στην άλλη. Όσο για τη διάρκεια, εκείνη του “μικρού βήματος” και του βάδην θα είναι ενός δευτερολέπτου και αυτός ο χρόνος θα αντιστοιχεί σε δύο βήματα τροχάδην· η διάρκεια της πορείας θα είναι λίγο περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο· το πλάγιο βήμα θα γίνεται και αυτό σε ένα δευτερόλεπτο και θα έχει μήκος 18 δακτύλων από τη μία φτέρνα στην άλλη. Το βάδην εκτελείται με το κεφάλι ψηλά και το σώμα ευθυτενές, κρατώντας ισορροπία στο ένα πόδι εναλλάξ, σηκώνοντας το άλλο μπροστά, με την κνήμη τεντωμένη και την άκρη του ποδιού στραμμένη ελαφρά προς τα έξω και προς τα κάτω ώστε το βάδισμα να είναι άνετο, χωρίς κανένα μέρος του ποδιού να σέρνεται ή ν’ ακουμπά στη γη.»

Η καθημερινότητα στην πόλη κατασκευάζει το πλήθος· μετασχηματίζει μιαν άμορφη μάζα σωμάτων σε μηχανή: «ένας σοφά υπολογισμένος καταναγκασμός διατρέχει κάθε μέρος του σώματος, το εξουσιάζει, υποτάσσει το σύνολο, το καθιστά αδιάκοπα διαθέσιμο και επεκτείνεται σιωπηλά ως τον αυτοματισμό της συνήθειας».

Η καθημερινή κίνηση στην πόλη ρυθμίζεται από μια κωδικοποίηση του χώρου, του χρόνου, των κινήσεων: οι πορείες των σωμάτων γίνονται προς χάριν προ-ορισμών, συνεπώς εκτελούνται στο πλαίσιο ενός χρόνου συμπαγούς, δηλαδή απολύτως εξαντλημένου, κατά τον οποίο το σώμα διέπεται από μιαν αναλογία υπακοής-χρησιμότητας. Οι πορείες συνίστανται στην επιλογή του συντομότερου δυνατού δρόμου, ο οποίος θα διανυθεί στο συντομότερο δυνατό χρόνο με την παράλληλη κατανάλωση της μικρότερης δυνατής ενέργειας.

Το αβαθές βλέμμα, η μνήμη ως συσσώρευση παροπλισμένων ερεθισμάτων, η αίσθηση που δε συλλαμβάνει αλλά μηδενίζει κάθε ενδεχόμενη εξωτερική ενόχληση που θα διατάρασσε τη λειτουργία του χρήσιμου σώματος, είναι δηλωτικά του πειθήνιου σώματος. «(Η πειθαρχία) εξατομικεύει τα σώματα, ορίζοντας τον τόπο τους χωρίς να τα ριζώνει σ’ αυτόν, αλλά τα κατανέμει και τα κάνει να κυκλοφορούν μέσα σ’ ένα δίκτυο σχέσεων.»

Σάββατο μεσημέρι στο κέντρο, η πληθυσμιακή αύξηση και η ένταση της εθνοταξικής διαφοροποίησης φαίνονται περισσότερο. Περπατούμε δηλαδή αποφεύγοντας τα πρόσωπα ή εστιάζουμε στις χασματώδεις διαφορές και όσοι λένε πως η Θεσσαλονίκη είναι ερωτική είναι ξενέρωτοι ή φιλοχρήματοι ψεύτες ή δύο σε ένα. Μπορείς γι’ αυτό άνετα να παραιτείσαι, μες στην πολυκοσμία και την περιρρέουσα προσήλωση στο σχέδιο της ημέρας να προσπερνάς το γνωστό σου χωρίς να χαιρετάς και δεν τρέχει τίποτε. Όσο περισσότερα τόσο καλύτερα τα άλλοθι αντικοινωνικότητας, σκέφτομαι.

«Το ανθρώπινο σώμα μπαίνει τώρα μέσα σ’ ένα μηχανισμό εξουσίας που το ψαχουλεύει, το αποδιαρθρώνει και το ανασυνθέτει. Η πειθαρχία αυξάνει τις δυνάμεις του σώματος (με όρους οικονομικής χρησιμότητας) και μειώνει τις ίδιες αυτές δυνάμεις (με όρους πολιτικής υπακοής).»

Επειδή αφαιρούμαι κάπως τελευταία. Το θερμό φως χαλαρώνει τις άμυνες και νομίζω πως ανήκω εδώ. Το βλέμμα θολώνει μπρος στην απόμακρη οικειότητα, στρέφει την οργή προς τα μέσα, κατατρώει τις μνήμες, επαναπαύεται σε μια εθιστική αδιαφορία και οργανώνεται μακριά απ’ τη ζωή.

«Υπήρχε ο περαστικός που σφηνώνεται ανάμεσα στο πλήθος. Υπήρχε ακόμη όμως και ο πλάνης που χρειάζεται ελεύθερο χώρο και δε θέλει να στερηθεί το χασομέρι του.»

Στον αντίποδα αυτής της οικονομίας της κίνησης βρίσκεται η περιπλάνηση, η «άσκοπη» κίνηση. «Ο ρυθμός του πλάνητα συνιστά μια διαμαρτυρία εναντίον του ρυθμού του πλήθους. Ο πλάνης εννοούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να εκδηλώνει προκλητικά την αμεριμνησία του. Γύρω στο 1840 είχε θεωρηθεί καθώς πρέπει να βγάζει κανείς βόλτα χελώνες στις στοές. Ο πλάνης τις άφηνε πρόθυμα να καθορίζουν το ρυθμό του. Αν είχε γίνει το δικό του, η πρόοδος θα είχε υποχρεωθεί να μάθει αυτό το βήμα.»

Στις περιπλανήσεις αυτές επιχειρήσαμε να εντατικοποιήσουμε το χρόνο μεταστρέφοντας τη χρήση του, αποφεύγοντας να υποδυθούμε θεαματικούς ρόλους, να εισπράξουμε κέρματα στην αγορά, αλλά επιδιώκοντας την έκπληξη και την κατανόηση, δηλαδή τη μεταμόρφωση, το παιχνίδι.

Δυο πιτσιρίκια παίζουνε μπάλα δίπλα στα τείχη. Εφευρίσκουν τους κανόνες που αρμόζουν στο χώρο. Όμως κυρίως απολαμβάνουν το παιχνίδι κι ο μεγαλύτερος όλο και χαρίζει γκολ στον πιο μικρό για να συνεχίσουν να ιδρώνουν.

| Ξενοδοχείο των ξένων | Ξενοδοχείο των ξένων 1 | Ξενοδοχείο των ξένων 2 | Επικοινωνείστε με το Ξενοδοχείο των ξένων: hotel_des_etrangers@yahoo.com |