Ξενοδοχείο των ξένων | |
|---|---|
|
|
ένα παράδειγμα:η πλατεία ελευθερίας δεν υπάρχειΗ πρόταση για περιπλάνηση στην πλατεία Ελευθερίας ήταν μια παρότρυνση για στοχασμό πάνω στην καταστροφή του δημόσιου χώρου. Λες, δεν μπορεί ν’ αφανίζεται έτσι ένας χώρος, να αποσυνδέεται σε τέτοιο βαθμό από τον ιστό της πόλης. Κι όμως μπορεί. Εδώ δεν πρόκειται για οδυνηρή μεταστροφή, αλλά μάλλον για οριακή κατάρρευση. Πράγματι, η πλατεία Ελευθερίας είναι μία μαύρη τρύπα, ένα νεκροταφείο του δημόσιου χώρου· καθόλου ένα αστικό κενό, σίγουρα ένα καπιταλιστικό πλήρες. Ποια πλατεία; Ένας τόπος που πάντα μου ’φερνε αμηχανία. Που πάντα απέφευγα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί αυτό το μέρος είναι πλατεία και κυρίως γιατί ονομάζεται πλατεία Ελευθερίας. Παλιά θυμάμαι υπήρχαν πολλά χρησιμοποιημένα προφυλακτικά σκόρπια εδώ. Πριν απομακρυνθούν οι οίκοι ανοχής από την περιοχή κι αλλάξει εντελώς η χρήση της, μπορεί και να έρχονταν εδώ οι άντρες και να γαμούσαν ελεύθερα, χωρίς να πληρώνουν το ξενοδοχείο, μόνο το κορίτσι. Είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστείς ότι η πλατεία υπήρξε στο παρελθόν πάλλουσα. Ωστόσο, μνήμες από δεύτερο χέρι επιμένουν ότι εδώ υπήρχαν κοσμοπολίτικα καφέ, ζαχαροπλαστεία και ξενοδοχεία στις αρχές του αιώνα, κίνηση και ταξιδιώτες απ’ το γειτονικό λιμάνι – κι ακόμα: νεαροί του εφεδρικού ΕΛΑΣ κλέβουν γερμανικό στρατιωτικό υλικό συγκεντρωμένο να φορτωθεί στα πλοία νύχτα στην πλατεία ένοπλοι φρουροί λίγες μέρες πριν την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής καρδιές που χτυπούσαν χτυ Πού να εξαφανίστηκε η πλατεία; Αυτός ο τόπος είναι νεκρός. Με την αμηχανία του θανάτου νομίζω ότι πέρασα πάντα από εδώ. Αισθάνομαι ότι τίποτα, ποτέ, δεν συνέβη εδώ. Πώς σ’ ένα άδειο χωριό νομίζεις έχει πέσει πανούκλα μέχρι να δεις κάποιον άνθρωπο, τόσο πολύ χάρηκα με τη συνάντηση, ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα της πλατείας Ελευθερίας, με τους υπόλοιπους παίκτες. Πού να εξαφανίστηκε η πλατεία;Ποιοι είναι οι στρατιώτες του εχθρού και ποιες οι τακτικές τους; α. Η απομόνωση. Περίκλειστη απ’ την παράταξη των δένδρων και τους κακόμοιρους θάμνους-φράχτες, διαθέτοντας ελάχιστες προσβάσεις για τους πεζούς και μια κινούμενη γέφυρα για τ’ αυτοκίνητα, με δεύτερη οχυρωματική γραμμή τα φυλάκια, τις αφετηρίες των λεωφορείων και τη μεταλλική ροή της κυκλοφορίας, η πλατεία αποτρέπει τα βήματα των περαστικών. Η αποκοπή της σχέσης με το λιμάνι και τη θάλασσα, με τα ρευστά της φυγής και της προσμονής, είναι τέτοια που το βλέμμα εκπλήσσεται στο μικρό άνοιγμα που βλέπει στη θάλασσα – ένα κάγκελο, ωστόσο, κατάλληλα τοποθετημένο σ’ επαναφέρει στην τάξη. β. Η απόλυτα εξειδικευμένη χρήση. Η πλατεία, καθώς έχει μετατραπεί σε σιωπηλό πάρκινγκ, αποτελεί μέρος του γενικότερου προβλήματος της κυκλοφορίας. Η κάλυψη του χώρου από τους ιδιωτικούς εξωσωματικούς σκελετούς, τα στοιχισμένα βαριά μεταλλικά χρώματα αποπνέουν τάξη και στέγνωμα. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη χρήση έχει χρηματικό αντίτιμο συνάδει αρμονικά· την πληρώνεις, κυριολεκτικά, την καταστροφή. Έτσι δεν προκαλεί έκπληξη ότι δεν έχει πού να σταθείς και πού να ξαποστάσεις. γ. Ο έλεγχος. Η παρατεταγμένη ατομική ιδιοκτησία επιβάλλει τους όρους της ασφάλειάς της: μπάρες εισόδου, φυλάκιο επιτήρησης. Η αίσθηση του ελέγχου ήταν αναγνωρίσιμη στη διάρκεια της περιπλάνησης, έτσι όπως τριγυρνούσαμε «άσκοπα», κοντοστεκόμασταν και κρατούσαμε σημειώσεις. (Η αίσθηση, βέβαια, επιτείνεται από τον περιβάλλοντα την πλατεία χώρο. Τράπεζες οχυρά, χρηματαποστολές, μπάτσος φρουρός σε απέναντι πολυκατοικία της Βενιζέλου.) Κάθομαι χωρίς να το πολυσκεφτώ στο άδειο παγκάκι της στάσης του 5. Δεν είναι ώρα αιχμής ακόμη και τα λεωφορεία έρχονται και φεύγουν μισογεμάτα. Αφετηρία και τέρμα, η αρχή και το τέλος ενός σύντομου ταξιδιού. Δύσκολα παίρνεις την απόφαση να κάτσεις λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται, σου φαίνεται σχεδόν άσκοπο. Έρχεται ο Κ. κι αμέσως μετά ο Σ. Ανακαλύπτουμε ένα πέτρινο βρυσάκι, από τα τελευταία επιβιώσαντα, κρυμμένο κι αυτό πίσω από κουβούκλιο του ΟΑΣΘ. Πίνουμε κι οι τρεις νερό κι ας μην διψάμε, αποτίοντας φόρο τιμής. Η πλατεία περιστοιχισμένη από πρακτορεία τουρισμού... από ανάσες με τεχνητή υποστήριξη, στην εντατική του διαχωρισμού της καθημερινότητας και της καθημερινότητας του διαχωρισμού. Η ανάγκη για καλύτερη κυκλοφορία του εμπορεύματος, καθώς και του εργαζόμενου-εμπόρευμα, επικράτησε πολεοδομικά, σαν παγωμένο βουητό, στην επιθυμία για το ανέμελο πέρασμά μας, μέσα από ακόμη μια άλλη πλατεία, σφυρίζοντας ακόμη ένα άλλο τραγούδι. Η πλατεία παγώνει μέσα στους τίτλους των εφημερίδων, μέσα στις πινακίδες που παρακαλούν, προειδοποιούν, υποχρεώνουν, απαγορεύουν. Η πλατεία, απρόσιτη, άξενη και απωθητική, αποτρέπει άλλες χρήσεις πέρα από τη βιαστική διέλευση – κι ακόμη και τότε αισθάνεσαι στον αέρα την ακινησία, τη σιγή, το πάγωμα, διασχίζεις ένα έλος όπου το κοινωνικό έχει καταβυθιστεί και τα συναισθήματα τείνουν να απορροφηθούν αποξηραμένα. Σ’ αυτή την περιπλάνηση νιώθω ότι είμαστε πραγματικά μόνοι μας. Η μόνη συνεπής ανθρώπινη παρουσία που δίνει μια άλλη διάσταση στο χώρο. Σκιές από άλλο κόσμο που ψάχνουν στα ερείπια. Ξενοδοχείο αυτοκινήτων. Στο μυαλό μου έρχονται εικόνες από Gibson. Τίποτα δεν είναι όπως θα μπορούσε... |
| | Ξενοδοχείο των ξένων | Ξενοδοχείο των ξένων 1 | Ξενοδοχείο των ξένων 2 | Επικοινωνείστε με το Ξενοδοχείο των ξένων: hotel_des_etrangers@yahoo.com | | |