![]() |
Και όπως ξύπνησα ζαλισμένος γιατί είχα πιει πολύ χθες βράδυ
καθώς πάλι γύριζα σε πολλά μέρη με πολλούς ανθρώπους και καλά πέρναγα βέβαια
δε λέω, είδα ξαφνικά το ρολόι και ήταν 9.30 και 9.30 εγώ κανονικά αρχίζω
δουλειά. Και φοράω τα ρούχα μου και αρχίζω να τρέχω.
Και είμαι και τυχερός και φτάνω στη στάση όταν φτάνει το λεωφορείο και φτάνω στο βιβλιοπωλείο και φτάνει πια δεν αντέχω μια ανάσα να πάρω. Παίρνω καφέ και τσιγάρο και παίρνω τηλέφωνο στην αποθήκη γιατί με πήρε η πελάτισσα και θέλει κατεπειγόντως να πάρει το Themen 2 Arbeitsbuch. Και μετά ρουφάω λίγο καφέ και ρουφάω λίγο καπνό και με ρουφάνε οι ώρες. Και έρχεται 2.30 και μου ΄ρχεται ύπνος και για να πάω σπίτι μου πάλι θα τρέξω. Γιατί δουλεύω το απόγευμα. Και περπατάω στο μεγάλο δρόμο με τα κάγκελα και περπατάει ο κόσμος γρήγορα και εγώ γρήγορα και ξαφνικά |
![]() |
||
| Το πλήθος. Γίνεται. Αργό. Κάτι. Συμβαίνει. Μπροστά. Δεν. Το βλέπω. Κάτι τύποι. Όλοι μαζί. Περπατάνε. Αργά. Πολύ αργά. Κάτι. Θέλουν. Να πουν. Ελίσσομαι γρήγορα ανάμεσα. Σε αργούς. Και μια κοπέλα που φοράει μαύρα και μια μωβ μπλούζα και έχει πολύ μακριά μαλλιά μου δίνει ένα φυλλάδιο και όταν μου δίνουν κάτι δωρεάν εγώ το παίρνω και πάλι παίρνω δρόμο για το σπίτι μου και με παίρνει το αφεντικό στο κινητό και μου δίνει εντολή να έρθω σε μισή ώρα στο βιβλιοπωλείο γιατί πήραμε Πατάκη και πρέπει να μου δώσει τα τιμολόγια και να φύγει μετά και ότι μάλλον θα πάρω ένα ρεπό επειδή με πήρε έτσι ξαφνικά. Και ξαφνικά. Μένω. Μ΄ ένα μισάωρο. Κενό. Που δεν έχω. Τίποτα. Να. Το κάνω. Γιατί. Δεν προλαβαίνω. Τίποτα. Να κάνω. Και κάθομαι. Στα σκαλοπάτια. Ενός κτιρίου. Και ανοίγω. Τυχαία. Μια σελίδα. Απ΄ το φυλλάδιο. Διαβάζω. | ||||
![]() ![]() ![]() ![]() |
||||