Αναφορά στις εμπορευματικές σχέσεις

 

 Στις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής και την οικονομία της αγοράς η αξία των προϊόντων προσδιορίζεται από την τιμή τους, την ισοδυναμία τους με μία συγκεκριμένη κάθε φορά ποσότητα χρήματος. Ο τρόπος ανταλλαγής αγαθών ωστόσο δεν ήταν ανέκαθεν αυτός. Χρειάστηκε να μετατραπεί η ανθρώπινη δημιουργική δραστηριότητα σε μισθωτή σκλαβιά μέσα από πολλές ενδιάμεσες ιστορικές διαβαθμίσεις, να διαχωριστεί ο παραγωγικός κοινωνικός ιστός σε μια συγκεκριμένη ταξική διαστρωμάτωση, και τελικά να εδραιωθεί ο κυρίαρχος αστικός πολιτισμός ως καθολικό κοινωνικό αξιακό σύστημα αναφοράς και να ξεριζωθεί κάθε κοινοτιστική συλλογική μνήμη και οργάνωση. Χρειάστηκε να διαμορφωθούν ιστορικά οι συνθήκες για να αποσπαστεί ολοκληρωτικά η δημιουργική δραστηριότητα από την άμεση ανθρώπινη επικοινωνία και ανταλλαγή, και να αποκτήσει μία ανταλλακτική αξία μέσα σε μία αβυσσαλέα αγορά.

 Στα πλαίσια αυτής της οικονομικής πραγματικότητας, τα προϊόντα διακινούνται στη βάση της ανταλλακτικής αξίας τους που διαμορφώνεται σε σχέση με την παραγωγική διαδικασία και τις ανάγκες της αγοράς, και όχι στη βάση της ωφελιμότητάς τους ή των κοινωνικών αναγκών που ικανοποιούν. Μία τέτοια πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να διαμορφωθεί αν δεν κατοχυρωνόταν η ενεργητική συμμετοχή όλων των παραγόντων της αγοράς, αν δεν διαμορφωνόταν μια εμπορευματική κοινωνική συνείδηση.

 Για να μπορέσει ένα προϊόν να γίνει εμπόρευμα και να διακινηθεί στην αγορά πρέπει να αποκτήσει ανταλλακτική αξία. Αποκτά λοιπόν μια ισοδυναμία με συγκεκριμένη ποσότητα χρήματος, ισοδυναμεί με ένα σύμβολο που αντιπροσωπεύει το εμπόρευμα. Με την ανταλλακτική του αξία, την τιμή του, το εμπόρευμα μπορεί να ανταλλαγεί με κάθε άλλο εμπόρευμα σε καθορισμένες αναλογίες. Το ότι το προϊόν γίνεται εμπόρευμα και το εμπόρευμα ανταλλακτική αξία δίνει στο προϊόν μια διπλή υπόσταση, κατ’ αρχάς νοητική: από τη μια το φυσικό χειροπιαστό προϊόν κι από την άλλη την ανταλλακτική του αξία, το χρήμα. Η χρηματική ιδιότητα ενός εμπορεύματος είναι μια αυτονομημένη κοινωνική έννοια αποσπασμένη από τη φυσική του μορφή. Ωστόσο, δεν υπάρχει προϊόν που να είναι εμπόρευμα και ο ανθρώπινος νους να το αντιλαμβάνεται χώρια από τη χρηματική του ιδιότητα, άσχετα αν πρόκεται για μια ιδιότητα που υπάρχει έξω από όλα τα προϊόντα.

Η αυτόνομη και αυτονόητη διπλή υπόσταση του εμπορεύματος στις ανθρώπινες συνειδήσεις, η παραγωγή που εξαρτάται από την ανταλλακτική αξία του προϊόντος, η ανταλλακτική αξία που ενσωματώνει την «ποσότητα» μισθωτής εργασίας που αναλογεί στην παραγωγή νομιμοποιώντας το συγκεκριμένο κοινωνικό καταμερισμό, η διαμεσολάβηση του χρήματος στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, διαμορφώνουν όλο το φάσμα των εμπορευματικών σχέσεων.

 Για τα απελευθερωτικά εγχειρήματα που θέλουν να αποτελούν κοινωνικά εργαστήρια κριτικής, αμφισβήτησης και ανατροπής των εξουσιαστικών θεσμών, είναι σημαντικό το ζήτημα της εναντίωσης στη δομή και τη συγκρότηση των εμπορευματικών σχέσεων. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση μπλοκάρουμε την αυτονόητη μετατροπή των προϊόντων-ανθρώπινων δημιουργημάτων σε εμπορεύματα, πειραματιζόμαστε στην προοπτική της γενικευμένης απεξάρτησης της παραγωγής από την ανταλλακτική αξία των προϊόντων, αποδομούμε την κοινωνική νομιμοποίηση της μισθωτής σκλαβιάς, ακυρώνουμε τη δεσποτική διαμεσολάβηση του χρήματος στις ανθρώπινες ανάγκες και σχέσεις.

 Δεν θα μπορούσαμε να εξαντλήσουμε την κριτική απλώς σε μια μη εμπορευματική λογική και δράση. Από τη μια, αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσαμε να αρνηθούμε το κέρδος και την υπεραξία χωρίς όμως εντέλει να καταργήσουμε την ανταλλακτική αξία του προϊόντος. Η πώληση ενός προϊόντος στην τιμή του κόστους ίσως δίνει την εντύπωση ότι αποσυνδέει το προϊόν από την ανταλλακτική του αξία, όριο πραγματικό όμως δεν υπάρχει. Ο προσδιορισμός της τιμής κόστους ενός προϊόντος αντλεί τη φιλοσοφία του από τον εμπορευματικό κόσμο. Επιπλέον, η ανταλλακτική αξία μπορεί να συμπιεστεί ακόμη και στα όρια του κόστους ενός προϊόντος αφήνοντας άθικτα τα εμπορευματικά του χαρακτηριστικά αλλά και την εμπορευματική διαδικασία. Από την άλλη, μια μη εμπορευματική δράση θα μπορούσε να σημαίνει και την κατάργηση της διαμεσολάβησης του εμπόρου, η οποία όμως δεν αναιρεί την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων ούτε τη δομή των εμπορευματικών σχέσεων, αλλά τις αφήνει άθικτες, αλλάζοντας απλώς τα σημεία αναφοράς, επαναδιευθετώντας τους πόλους της αγοράς.

 Αντίθετα, μία αντι-εμπορευματική ανατρεπτική κίνηση στρέφεται ενάντια όχι μόνο στις συνθήκες αναπαραγωγής των εμπορευματικών σχέσεων αλλά και στην ίδια τη λογική που γεννά το εμπόρευμα. Φυσικό επακόλουθο είναι η ανατροπή κάθε αποκλεισμού που προκύπτει από κάθε ανταλλαγή με βάση οποιοδήποτε αντίτιμο: μεγάλο ή μικρό, φανερό ή κρυφό, οικονομικό ή συνειδησιακό, πάντως το αντίτιμο ως προϋπόθεση, ως φυσικό και αυτονόητο σύνορο για την πρόσβαση στο αγαθό. Το εισιτήριο και η συναυλία, η τιμή και το βιβλίο, η πρόσκληση και η θεατρική παράσταση, η ψήφος και τα χάπενιγκ του δημάρχου, οι διαφημίσεις του χορηγού και η έκθεση φωτογραφίας.

 Αν δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στο έργο τέχνης και το δημιουργό του, είναι γιατί πρόκειται για έναν χώρο έκφρασης κι επικοινωνίας, παραγωγής πολιτισμού, διαμόρφωσης και διεύρυνσης κριτηρίων και αισθητηρίων, απεριόριστων δυνάμεων χειραφέτησης, αλλά όμως και χειραγώγησης.

 Από τις αναφορές μας στις εμπορευματικές σχέσεις και την αγορά δεν θα μπορούσε να λείπει και μια ιδιαίτερη αναφορά στη σχέση των καλλιτεχνών με την αγορά εργασίας. Το επάγγελμα του δημιουργού δεν μπορεί παρά να κουβαλάει όλα τα χαρακτηριστικά του οποιουδήποτε επαγγέλματος. Εκμετάλλευση, ωράριο, μισθός, καθήκοντα, υποχρεώσεις και δικαιώματα, πειθαρχία, αλλοτρίωση και με καθοριστικό τρόπο δημόσιες σχέσεις, εικόνα και ‘κοινωνικότητα’. Είναι βασικό ωστόσο να οριοθετήσουμε την ενδοτικότητα στον εκβιασμό της μισθωτής σκλαβιάς. Στην ‘επιλογή’ της δουλειάς συρόμαστε μέχρι έναν βαθμό: στο βαθμό που σε ό,τι κάνουμε δεν παράγουμε κυριαρχικούς όρους, δεν δημιουργούμε και δεν διαπλάθουμε σχέσεις και συνειδήσεις, και δεν νομιμοποιούμε κοινωνικά αυτούς τους κυριαρχικούς όρους με τη δημιουργική μας παρουσία.

 Όσον αφορά το χώρο της καλλιτεχνίας, είναι δεδομένη η ύπαρξη μιας ελίτ, μιας ολιγάριθμης κλίκας επιτυχημένων επαγγελματιών ανά κλάδο (μουσικό, θεατρικό, εικαστικό) που δεν έχει καμιά σχέση με μισθωτή εκμετάλλευση καθώς λειτουργεί με όρους ‘συνεταίρων’ σε συμβόλαια μυθικού χρηματικού ύψους ή με όρους εργολάβων και υπεργολάβων και στη βάση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Πέρα όμως από τις ελίτ, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που εξασφαλίζουν ένα μεροκάματο προσφέροντας τις καλλιτεχνικές τους υπηρεσίες στον αντίποδα της επιλογής του γραφείου, του εργοστασίου ή της οικοδομής. Η φθορά σ’ αυτά τα ‘καλλιτεχνικά μεροκάματα’ μπορεί όμως να είναι πιο βαθιά, μια και αφορά όχι μόνο τη σωματική αλλά και την ψυχολογική κούραση.

 Δεν προσπερνάμε το γεγονός ότι οι υλικές συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματώνεται ένα εγχείρημα υποχρεωτικά περνούν μέσα απ’ τους μηχανισμούς της αγοράς και συχνά δημιουργούν μεγάλες υλικές ανάγκες. Ο τρόπος που έχουμε επιλέξει να ξεπερνάμε τα προσκόμματα αυτής της πραγματικότητας είναι να στήνουμε και να στηρίζουμε οργανωτικά και οικονομικά τα εγχειρήματά μας με την ελεύθερη οικονομική συνεισφορά. Μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο αντίτιμο και την ελεύθερη οικονομική συνεισφορά είναι η δεσμευτικότητα και η υποχρέωση καταβολής: το αντίτιμο δεν αναγνωρίζει συνειδησιακές επεξεργασίες μια και βασίζεται στην αυτόματη και αυτονόητη αναπαραγωγή της εμπορευματικής σχέσης. Το αντίτιμο υπολογίζεται στη βάση του κόστους του ‘προϊόντος’ και της υπεραξίας που διεκδικείται από τον έμπορο ή τον παραγωγό, ενώ η ελεύθερη οικονομική συνεισφορά επιβεβαιώνει τη στήριξη μιας κατάστασης που θέλει να υπερβαίνει το προϊόν. Η ελεύθερη οικονομική συνεισφορά είναι πολύ πιο κοντά στην ελεύθερη σχέση και επικοινωνία γι’ αυτό και είναι πολύ επικίνδυνο να ταυτίζεται με τη στενότητα και την αυτονοησία ενός προϋπολογισμένου και δεσμευτικού αντίτιμου. Ο καθένας αξιολογεί με δικά του προσωπικά κριτήρια την οικονομική του συμμετοχικότητα, απεκδύοντας το χρήμα από την πάγια λειτουργία του ως κυρίαρχου συμβολικού ισοδύναμου που προσδιορίζει την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων, εφόσον, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, μπορεί να ξεκινήσει αυτή την οικονομική του συμμετοχικότητα από μηδενική βάση, με την άρνηση του χρήματος να είναι ήδη δεδομένη εκδοχή από τη μεριά του.

 Στη βάση αυτής της λογικής, δοκιμάζουμε και προκρίνουμε μια πιο άμεση επικοινωνία με την επιλογή του καθένα να στηρίξει ή όχι το εγχείρημα. Η πρόσβαση στο έργο ή στο χώρο είναι ελεύθερη και ο καθένας παίρνει ελεύθερα τις αποφάσεις του: να αποχωρήσει ή να παραμείνει, να αδρανήσει ή να δράσει, να αδιαφορήσει ή να στηρίξει.

 

 

Επιστροφη στην αρχή της σελίδας